Φυλετικές και άλλες διακρίσεις

Οι περιπέτειες της Έμιλυ ΓκρέκοΠρώτος Αφρικανικός κύκλος, απόσπασμα από το Κεφάλαιο 22

Yes, we can!

Πριν μερικά μόνο χρόνια, δεν είχα καν υποψιαστεί την ρατσιστική αντίδραση που μπορεί να κρύβεται μέσα μας. Γιατί δεν είχα καν υποψιαστεί τον φόβο και την άγνοια, μα και την ανάγκη για άμυνα που κρύβονταν μέσα μου.

Μέσα στην Ελλάδα, πανάρχαιο σταυροδρόμι πολιτισμών και φυλών, όντας όλοι μας ένα αφρο-ευρωπαϊκό αποτέλεσμα, δεν καταλάβαινα το παιχνίδι των γονιδίων. Είχα συμμαθήτριες με καθαρά νεγροειδή στοιχεία και απλά δεν το έβλεπα. Όπως τόσοι έφηβοι της γενιάς μου, βίωνα μόνο την πίεση του πρότυπου ομορφιάς των βόρειων ευρωπαίων. Ψηλοί, ξανθοί και τ’ ανάλογα. Ή ακόμα και της «επιστημονικής» εκδοχής που μας ανέφεραν στο σχολείο: «Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ξανθοί». Μετά δηλαδή μας μπαστάρδεψαν. Κι έμενε μετέωρη και ανέκφραστη μια θλιβερή σκέψη: «Τί κρίμα! Μπασταρδευτήκαμε». Κι εκείνο το άλλο, πάλι λεγόμενο στο σχολείο: «Εμείς είμαστε της Άριας φυλής και θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε με τον Χίτλερ γιατί αυτός αναγνώριζε την Άρια καταγωγή μας. Όμως, εμείς δεν δεχόμαστε τις θεωρίες της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων». Αλλά, Άριοι είμαστε!!! Μην το ξεχνάμε παιδιά. Έπειτα, εκείνον τον καιρό, τα ξανθά αγόρια άρεσαν σε βαθμό αντίστροφα ανάλογο με την σπανιότητα τους.

Όμως, σε σχέση με τους μαύρους, τα πράγματα, τότε, ήταν πολύ ξεκάθαρα απ’ την αρχή. Δεν είχαμε καμιά αμφιβολία ότι οι Αμερικάνοι ήταν αισχροί και απάνθρωποι, μα το χειρότερο, ηλίθιοι, Αμερικανάκια που θεωρούσαν τους μαύρους κατώτερους και τους έβαζαν στο περιθώριο και τους δολοφονούσαν. Κι έπειτα ήρθε η πρώτη επαφή στις φοιτητικές εστίες στη Ρουμανία. Κι όλα πήγαν μια χαρά. Οι Έλληνες ήταν φιλικότατοι με τους μαύρους. Έψαχναν μάλιστα να βρουν να τους φωνάζουν μ’ ένα καταλληλότερο, πιο σεβαστικό στον άνθρωπο επίθετο, λιγότερο υποτιμητικό. Αφρικανούς, ας πούμε.

Κι μετά ήρθε η συμβίωση κι άρχισαν τα προβλήματα. Κοιταζόμαστε και δεν εκφραζόμαστε. Πώς να εκφράσουμε το ότι, μετά από τρία χρόνια συμβίωσης, είχαμε γεμίσει τον σάκο και αρχίζαμε να έχουμε έντονες ρατσιστικές αντιδράσεις; Κρίναμε πια μια ομάδα στην ολότητά της, ξεχνώντας τα συγκεκριμένα άτομα. Ήταν η ομάδα και όχι κάθε ξεχωριστός άνθρωπος με τον δικό του πλούτο, τον δικό του πόνο, τις δικές του αμαρτίες. Και κρίναμε άσχημα αυτή την ομάδα και ταμπουρωνόμαστε.

Τέλος πάντων, όταν προχωράς ήσυχος – ήσυχος στον διάδρομο της φοιτητικής εστίας, στις εννιά το βράδυ, και ξαφνικά βρίσκεσαι απέναντι από έναν μεθυσμένο μαύρο που χτυπά ένα μαχαίρι στην κουπαστή της σκάλας απ’ όπου περνάς για το δωμάτιό σου, αρχίζεις και δυσανασχετείς, τουλάχιστον. Και όταν οι μεθυσμένοι μαύροι γίνονται όλο και περισσότεροι, κι αρχίζουν να κάνουν λάθος πόρτα, κι αντί να πάνε στην πόρτα της φιλενάδας τους που τους πέταξε έξω, έρχονται στην δική σου και την κοπανάνε μέχρι να πέσει, αρχίζεις να αμύνεσαι.

Είχα δώσει όλες τις κοινωνιολογικές εξηγήσεις για το φαινόμενο. Όμως, εγώ αντιδρούσα κάθε μέρα και πιο ρατσιστικά. Όσο και να έκανα παρέα με μαύρους, ήταν πάντα μεμονωμένα άτομα. Σαν ομάδα, τους προσεγγίζαμε θετικά μόνο στις πολιτικές εκδηλώσεις με τις διακηρύξεις περί ισότητας. Πέρα από αυτές, ο καθένας είχε το περιχαράκωμά του. Κι έπειτα, οι μαύροι φίλοι μου ήταν κύρια μιγάδες. Η ευκολότερη προσέγγιση δεν ήταν θέμα χρώματος. Ήταν θέμα μικρότερης πολιτισμικής απόστασης. Είχα αρχίσει να έρχομαι αντιμέτωπη με τον ρατσισμό. Σε κάθε γωνιά του δρόμου μού την είχε στημένη. Ακόμα καραδοκεί. Και ξέρω πως ακόμα θα αμαρτήσω.

Τον ρατσισμό τον θεωρούσα λευκό αμάρτημα. Πίστευα πως έπρεπε να συγχωρώ τις ρατσιστικές αντιδράσεις των μαύρων, γιατί αυτές ήταν απλά αντιδράσεις σε κάτι που εμείς, οι λευκοί, είχαμε προκαλέσει. Κι όμως, το πράγμα κάθε φορά γίνεται πολυπλοκότερο. Στο Κάμπο Βέρντε, όντας περισσότερο ανοιχτοί στο χρώμα και εξοικειωμένοι με τους λευκούς, συχνά μου ’παν: «Μα εσύ δεν είσαι λευκή. Έχεις επιδερμίδα πιο σκούρα». Κι έλαμπε κάπου μια μνησικακία. Οι λευκοί ήταν οι βορειοευρωπαίοι ή όσοι είχαν ξασπρισμένα μάτια και μαλλιά και την λιποθυμισμένη επιδερμίδα που έπαιρνε στον ήλιο το χρώμα αστακού.

Η αλήθεια είναι πως η πιο σκούρα επιδερμίδα μου δημιουργούσε αντιδράσεις κρυφο-ρατσιστικές μέχρι στην ίδια μου την οικογένεια όταν π.χ. μου έλεγαν πως ήμουνα «μιας άλλης φυλής» ή με φώναζαν «μαύρη πέτσα», περιέργως μόνο εκείνες τις φορές που κάτι δεν τους πήγαινε στον τρόπο μου ή τις πράξεις μου. Αντίθετα, άλλες φορές, αυτή μου η ιδιαιτερότητα ήταν καλοδεχούμενη. Όπως στην παιδική κατασκήνωση, με την ευκαιρία ενός μασκέ-πάρτι, μία από τις μιμήσεις που έκαναν τα παιδάκια ήταν «η εξωτικής ομορφιάς κοινοτάρχισσα Έμιλυ» που την ανέβασε ένα ωραιότατο όντως κοριτσάκι, μελανούρι, τυλιγμένο στα μακριά κατσαρά μαλλάκια του που το αγκάλιαζαν σαν τα πέπλα μιας τροπικής, βελουδένιας νύχτας.

Τι έμαθα; Έμαθα να μην κρύβομαι πίσω από το δάχτυλο. Τουλάχιστον σε σχέση με τον ίδιο μου τον εαυτό, να λέω τα σύκα – σύκα και την σκάφη – σκάφη. Έμαθα πως, αν και υπάρχει σίγουρα κλίμακα στο ρατσιστικό σαράκι, πάντα σαράκι είναι. Και είναι εκεί από φόβο.

https://www.smashwords.com/books/view/1023775

Leave a Reply